Like box

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΤΙ ΤΡΩΜΕ! Πληρώνουμε 6 δισ. € στους δανειστές τον χρόνο για γάλα, κρέας, σιτάρι!


Του Νίκου Παδόπουλου

Τι τρώμε: Φασόλια από Κίνα, φακές από Καναδά, ρεβίθια από Μεξικό, λεμόνια από Αργεντινή και κουκιά από Συρία! Μόνο το 22% της κατανάλωσης χοιρινού παράγεται στην Ελλάδα όταν πριν από 15 χρόνια το ποσοστό ήταν 75%

Ακόμη και ύστερα από έξι χρόνια κρίσης, σχεδόν 6 δισ. ευρώ «έφυγαν» το 2014 από τη χώρα με προορισμό τους δανειστές μας (κυρίως Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία), προκειμένου να μη λείψουν από το τραπέζι των Ελλήνων βασικά αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα, όπως μοσχαρίσιο και χοιρινό κρέας, γάλα, τυριά, ψωμί (μαλακό σιτάρι), λαχανικά, φρούτα και ζάχαρη!


Και επειδή κάποιοι θα σπεύσουν να πουν ότι την περίοδο της ύφεσης (2008-2014) η αξία των εισαγωγών σε αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα υποχώρησε σημαντικά (-1,467 δισ.. ευρώ), μια καλύτερη ματιά στα νούμερα αποκαλύπτει ότι δυστυχώς η μείωση δεν οφείλεται ούτε στη σταδιακή απεξάρτηση της χώρας από τα εισαγόμενα προϊόντα ούτε στην αύξηση των εξαγωγών (οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων σε αξία είναι μόλις 394.000.000 ευρώ περισσότερες το 2014 σε σχέση με το 2008), αλλά στη φτωχοποίηση των καταναλωτών.

Το ψωμί, ψωμάκι;

Στο μαλακό σιτάρι, από το οποίο γίνεται το ψωμί, εισάγουμε ετησίως πάνω από 1.000.000 τόνους αξίας εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από χώρες όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Ουκρανία.
Οι εισαγωγές αυτές είναι τελείως άσκοπες και καταστροφικές για την ελληνική Οικονομία - πρόκειται για σιτηρά αμφίβολης ποιότητας, αφού κάποιες ανατολικές χώρες υποχρεούνται βάσει κοινοτικής νομοθεσίας να κάνουν ακόμα και ελέγχους για ίχνη ραδιενέργειας! Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957(!) η Ελλάδα πέτυχε την αυτάρκεια σε μαλακό σιτάρι, με την ποικιλία Γ 38290 που δημιούργησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Σιτηρών.
Μάλιστα, προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα που διατηρήθηκε μέχρι το 1984!

Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού.
Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα είναι από τότε ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό, από το οποίο γίνονται τα ζυμαρικά.
Αυτό οφείλεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε., η οποία έδωσε ισχυρά κίνητρα στους παραγωγούς σκληρού σιταριού (35 ευρώ το στρέμμα).
Δηλαδή μας αύξησαν την παραγωγή μακαρονιών και μάς μείωσαν την παραγωγή ψωμιού, που από την Αρχαιότητα είναι βασικό είδος διατροφής.
Αυτό φυσικά μπορεί να αλλάξει με τη νέα ΚΑΠ, αφού πλέον δεν θα υπάρχει διαφορά στην επιδότηση μαλακών και σκληρών, ενώ την κάπως καλύτερη τιμή στα σκληρά (2 με 3 λεπτά το κιλό) , οι παραγωγοί την αντισταθμίζουν με την κάπως μεγαλύτερη στραμματική απόδοση στα μαλακά.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα 2.498.070 στρέμματα (με παραγωγή 649.800 τόνων) που καλλιεργούνταν με σκληρό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, αυξήθηκαν το 2001 σε 7.083.100 στρέμματα (με παραγωγή 1.457.260 τόνων) ενώ, αντίστροφα, τα 7.517.747 στρέμματα (με παραγωγή 2.106.270 τόνων) που καλλιεργούνταν με μαλακό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, μειώθηκαν το 2001 σε 1.682.273 στρέμματα (με παραγωγή 442.060 τόνων).
Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο κλάδο των δημητριακών που έφθασε το 2008 τα 365 εκατ. ευρώ, ενώ και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφθασε την ίδια χρονιά στα 354 εκατ.

Αυτή η ραγδαία ανατροπή συνοδεύτηκε από μετακίνηση του μαλακού σιταριού στα πιο άγονα και του σκληρού στα πιο γόνιμα εδάφη, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης του πρώτου και την υποβάθμιση της ποιότητας του δεύτερου.
Συνολικά, η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 1.650.000 στρέμματα. Μεγάλο τμήμα αυτής της έκτασης βρίσκεται σε υποχρεωτική αγρανάπαυση ή έχει φυτευτεί με ορισμένα είδη δένδρων, όπως ακακίες και καρυδιές, συνεπεία των «πεφωτισμένων» προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη θέση στην Ευρώπη στην παραγωγή σιτηρών με 9 εκατ. στρέμματα, από τα οποία περίπου τα 6 εκατ. είναι με σκληρό και μαλακό σιτάρι!
Μπορεί, λοιπόν, στο μαλακό σιτάρι να είμαστε ελλειμματικοί με μόνο το 1/3 της ζήτησης να παράγεται στην Ελλάδα, αλλά είμαστε πλεονασματικοί όσον αφορά την παραγωγή του σκληρού σιταριού.
Η Ελλάδα παράγει πάνω από 1,1 εκατ. τόνους σκληρό σιτάρι και, σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Τσαυτάρη, φέτος είμαστε αυτάρκεις κατά 143%. Η κατανάλωση ανέρχεται περίπου στους 700.000 τόνους. Το υπόλοιπο περίπου 400.000 τόνοι (340.000 τόνοι για το 2011), εξάγεται σε διάφορες χώρες, κυρίως στην Ιταλία. Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι διάσημα ζυμαρικά που παράγονται στην Ιταλία γίνονται από ελληνικό σιτάρι.

Αν από τα 4 περίπου εκατ. στρέμματα που καλλιεργούνται με σκληρό σιτάρι (στοιχεία 2011) αφιερώσουμε το 1/3 (δηλαδή εκτάσεις περίπου 1,35 εκατ. στρεμμάτων) για την παραγωγή μαλακού σιταριού, τότε θα έχουμε σχεδόν 2,8 εκατ. καλλιέργειας μαλακού σιταριού, οπότε η παραγωγή του θα διπλασιαστεί. Έτσι, από 450.000 τόνοι που ήταν το 2011, θα φτάσει τους 900.000 και πλέον τόνους.
Με λίγα λόγια, θα έχουμε μείωση των εισαγωγών σε μαλακό σιτάρι κατά 50% (περίπου 500.000 τόνοι), με αύξηση της αυτάρκειάς μας σε μαλακό σιτάρι σε πάνω από 62%! Το μαλακό σιτάρι έχει μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση (ακόμα και 700 κιλά/ στρέμμα σε αρδευόμενες καλλιέργειες) από το σκληρό (μέχρι 400 κιλά/στρέμμα).
Επίσης δεδομένου ότι λόγω επιλεκτικών επιδοτήσεων τα σκληρά σιτάρια καλλιεργούνται στα πιο εύφορα εδάφη, είναι πολύ πιθανό με την καλλιέργεια των μαλακών σιταριών σε αυτά να έχουμε υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, οπότε το ποσοστό αυτάρκειας σε μαλακό σιτάρι να φτάσει ακόμα και το 80%.
Οι εξαγωγές, βέβαια, του σκληρού σιταριού θα μειωθούν (πιθανόν να μηδενιστούν κατά το πρώτο έτος), αλλά με δεδομένο ότι θα παύσουν οι εισαγωγές σκληρού σιταριού (περίπου 53.000 τόνοι) καθώς και οι εξαγωγές μαλακού σιταριού (95.000 τόνοι) που γίνονται ασκόπως, θα εξισορροπήσει το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο μέσα σε λίγα χρόνια.

Θα μπορέσουμε, λοιπόν, να εξάγουμε ξανά. Αυτό θα ευνοήσει και τους παραγωγούς, αφού θα απολαμβάνουν υψηλότερες τιμές για το προϊόν τους και όχι τις εξευτελιστικές τιμές που δίνουν συχνά οι ξένοι εισαγωγείς. Στην προσπάθειά μας αυτή, καλό είναι να μιμηθούμε τους Βούλγαρους που, αφού πρώτα εξασφάλισαν σιτάρκεια, κάνουν τώρα εξαγωγές μέχρι και 50% της παραγωγής τους.

Αν, ταυτόχρονα με αυτή την προσπάθεια, αρχίσουν και προγράμματα καλλιέργειας και άλλων ξεχα­σμένων σιτηρών, όπως η σίκαλη, το κριθάρι και η ζέα, τα οποία παράγουν υπέροχα και απείρως πιο θρεπτικά ψωμιά, είναι κάτι πα­ραπάνω από βέβαιο ότι οι Ελληνες όχι απλά δεν θα πεινάσουν, αλλά θα τρώνε και τις πιο υγιεινές τροφές που υπάρχουν.

Η χώρα της φαιδρής πορτοκαλέας
Στα εσπεριδοειδή, τη μεγαλύτερη αυτάρκεια κατέχουν τα πορτοκάλια με ποσοστό 167%, ενώ στα λεμόνια η αυτάρκεια περιορίζεται στο 63%. Αλλά και στα υπόλοιπα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%).
Αντί, λοιπόν, να τρώμε μπανάνες, ανανάδες και παπάγια(;), είναι προτιμότερο να στραφούμε στα ελληνικά φρούτα, τα οποία είναι απεί­ρως πιο θρεπτικά και, ευτυχώς, δεν πρόκει­ται να μας λείψουν ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι στο ροδάκινο η Ελλάδα κατέχει πάνω από 60% των εξαγωγών παγκοσμίως! Επιπλέον, υπάρχουν και φρούτα ανεκμετάλλευτα, τα οποία δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως το κορόμηλο, το άγριο βατόμουρο, το άγριο αχλάδι (αγκορτσιά), το τσάπουρνο, το μούρο κ.α., που σαπίζουν κάθε χρόνο στα χωριά μας.

Έλλειψη παρατηρείται στη ζάχαρη, με την εγχώρια παρα­γωγή να καλύπτει μόνο το 7,3% των αναγκών, που υπολο­γίζονται στους 320.000 τόνους. Ενώ ως το 2005 η ελληνική ζάχαρη εξασφάλιζε κερδοφορία, το 2006 υπογράφηκε η ταφόπλακά της, όταν η Ελλάδα συμφώνησε με την ΕΕ να πα­ράγει σχεδόν τη μισή παραγωγή από τις ανάγκες της και να πάει σε εισαγωγές!
Η ΕΕ έλαβε απόφαση για μείωση της πα­ραγωγής ζάχαρης από τις χώρες-μέλη της κατά 50%, με το σκεπτικό ότι η αγορά ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο από τρί­τες χώρες, αντί για ζαχαρότευτλο, συνέφερε περισσότερο, ώ­στε να διευκολυνθούν οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων στις ζαχαροπαραγωγούς Βραζιλία και Ινδία.
Η Ελλάδα υπέ­γραψε να της δοθεί ποσόστωση 158.000 τόνους από την ΕΕ και -ανεπαρκή- αντισταθμιστικά οφέλη, μολονότι ως χώρα ήμασταν αυτάρκεις και πραγματοποιούσαμε και εξαγωγές. Ορισμένοι παραγωγοί αποζημιώθηκαν και στράφηκαν σε άλλες καλλιέργειες.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το κλείσιμο πολλών εργο­στασίων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, λόγω κακο­διαχείρισης. Με δεδομένο, βέβαια, ότι η ζάχαρη δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης, αλλά και με την καλλιέργεια στέβιας, η οποία έχει έως 300 φορές μεγαλύτερη γλυκαντική δράση, σε μια πιθανή παύση των εισαγωγών δεν αναμένεται να αν­τιμετωπίσει η χώρα σοβαρό πρόβλημα.

Πολύ χαμηλή αυτάρκεια διαπιστώνεται στην κατηγορία των οσπρίων, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%. Συγκεκριμένα, παράγουμε περίπου 8.000 τόνους φακές και εισάγουμε ακόμα 10.000 τόνους, κυρίως από Τουρκία, προκειμένου να καλύψουμε την εγχώρια ζήτηση. Αντίστοιχο πρόβλημα υπάρχει και στα φασόλια: καταναλώνουμε 35.000 τό­νους, εκ των οποίων οι 25.000 τόνοι είναι εισαγωγής. Σημειωτέον ότι το 1981 η ετή­σια παραγωγή φασολιών ήταν 31.500 τόνοι!

Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να λυθεί εύκολα, με μια αναδιάταξη της πα­ραγωγής, ακόμα και με επιδότηση, ώστε σε εκτάσεις που καλλιεργούνται σήμερα άλλα προϊόντα, π.χ. ρύζι (στο οποίο εί­μαστε πλεονασματικοί), να καλλιεργηθούν όσπρια, πολλά από τα οποία, όπως τα ρεβύθια ή τα μαυρομάτικα φασόλια, έχουν και μικρότερες ανάγκες σε νερό.

Και στις πατάτες υπάρχει αυτάρκεια κατά 82%, με μόνιμη μάστιγα όμως τις «ελληνοποιήσεις» πατάτας από Αίγυπτο, αλλά και τις άσκοπες εισαγωγές κατεψυγμένης πατάτας από χώρες όπως οι ΗΠΑ, επειδή δήθεν τηγανίζεται πιο εύκολα.

Η ελληνική αμπελουργία είναι επίσης σε πολύ καλό επί­πεδο, αφού στα επιτραπέζια σταφύλια (αυτάρκεια 133,45%) έχουμε πλεόνασμα, δηλαδή μπορούμε άφοβα να κάνουμε εξαγωγές, χωρίς να μας λείψουν ποτέ.
Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών, η Ελλάδα παράγει έως 5 εκατ. λίτρα κρασί ετησίως και καταναλώνει μόλις 3 εκατ. λίτρα, ενώ το 2011 εξήγαγε κρασί αξίας 57 εκατ. ευρώ. Παρόλο που το ελληνικό κρασί αρκεί να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων, το 2010 πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές σε αξία 12 εκατ. ευρώ, καθώς οι Ελληνες φαίνεται ότι δεν προ­τιμούν μόνο τα ελληνικά κρασιά.

Αναφέρεται ότι μπορεί το κρασί να καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων καταναλωτών, αλλά αυτοί δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο ουίσκι (το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος κατανάλωσης ποτών, καταλαμβάνοντας ποσοστό πε­ρίπου 42% το 2010, σύμφωνα με έρευνα της ICAP), το οποίο βεβαίως εισάγεται. Ταυτόχρονα διαθέτουμε και μια πολύ ση­μαντική (μικρότερη, βέβαια, από το παρελθόν) παραγωγή σταφίδας (σουλτανίνα και κορινθιακή) άνω των 50.000 τόνων ετησίως, η οποία υπερεπαρκεί για τις ανάγκες μας (αυτάρκεια 274,8%) και μας καθιστά ικανούς για εξαγωγές. Στο μέλι, επίσης, καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας της τάξεως 92%.

Αρνάκι άσπρο και παχύ

Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους 158.000 τόνους που καταναλώνουμε ετησίως σε μοσχαρίσιο κρέας, στην Ελλάδα παράγουμε μόλις τους 20.000 τόνους. Στο χοιρινό κρέας η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη, αφού από τους 330.000 τόνους που καταναλώ­νουμε, παράγουμε μόνο τους 80.000, δηλαδή το 23%.

Η έλλειψη αυτή σε μοσχαρίσιο και χοίρειο κρέας είναι αποτέλεσμα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. Χα­ρακτηριστικό είναι ότι πριν το 1980, δηλαδή πριν μπούμε στην τότε ΕΟΚ, η Ελλάδα είχε φτάσει σε αυτάρκεια στο χοι­ρινό κρέας 84%, στο μοσχαρίσιο σε 66%, ενώ το αιγοπρόβειο κρέας ήταν στα σημερινά επίπεδα αυτάρκειας - περί­που 94%. Γιατί, όμως, ενώ είμαστε ελλειμματικοί σε βόειο κρέας, συνεχίζουμε να το καταναλώνουμε, σκορπώντας εκα­τομμύρια ευρώ στο εξωτερικό;

Η Ελλάδα μεταπολεμικά σχεδόν υποχρεώθηκε να κατανα­λώνει μοσχαρίσιο κρέας, με τη λογική ότι είναι πιο ογκώδες ζώο, με μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή σε σχέση με τα αιγο­πρόβατα, και άρα είναι πιο συμφέρον για την Ελλάδα.
Χαρα­κτηριστικό είναι ότι εισήχθησαν και νέες φυλές βοοειδών από βορειο-ευρωπαΐκές χώρες (π.χ. Ελβετία, Βέλγιο), ακόμα και από Αμερική, εκτοπίζοντας εγχώριες φυλές βοοειδών, όπως η ελληνική βραχυκερατική φυλή, που απαντάται στις Πρέσπες, αλλά και άλλες φυλές, όπως οι αγελάδες Κατερίνης, Τήνου και Κέας στις Κυκλάδες, Ζακύνθου, Συκιάς στη Χαλ­κιδική, Κύμης, Φλώρινας, οι σαρακατσάνικες και οι αγελάδες Γλώσσας Σκοπέλου. Οι εγχώριες αυτές φυλές έχουν μικρότερο μέγεθος, αλλά μέσω της γενετικής επιλογής είχαν προσαρμο­στεί πλήρως στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό βούβαλο, που κάποτε κατέ­κλυζε τους υδροβιότοπους της βόρειας Ελλάδας και ο πληθυ­σμός του έφτασε τα όρια της εξαφάνισης τη δεκαετία του ’90. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια σημαντική προσπάθεια ανά­καμψης του αριθμού των βουβαλιών, η οποία έχει φέρει απο­τελέσματα στην περιοχή της Κερκίνης στον νομό Σερρών.

Με επιδοτήσεις της Ε.Ε. εξαφανίστηκαν οι εγχώριες ράτσες βοοειδών και ενισχύθηκε η εκτροφή βοοειδών έναντι της αιγοπροβατοτροφίας και άλλων παραδοσιακών μορφών κτηνο­τροφίας, απείρως πιο αποδοτικών, όπως η κονικλοτροφία. Αυτό ήταν ένα ολέθριο σφάλμα, καθώς τα αιγοπρόβατα είναι ιδανικά για τη μορφολογία του ελληνικού εδάφους που έχει ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις, σε αντίθεση με τα βοοειδή και κυρίως τις εισαγόμενες ράτσες, που θέλουν ανοιχτές πε­διάδες (τύπου Ολλανδίας).
Ταυτόχρονα, έγινε συνήθεια στον Έλληνα η κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος, κάτι που δεν συνέβαινε σε τέτοια έκταση κατά το παρελθόν.
Το μοσχαρίσιο κρέας δεν πλεονεκτεί σε θρεπτικά συστατικά, έναντι του αι­γοπρόβειου, ενώ αν λάβουμε υπόψη και τις σύγχρονες συν­θήκες εντατικής εκτροφής των βοοειδών (αντιβιοτικά, μεταλ­λαγμένες ζωοτροφές, ενσταυλισμός σχεδόν καθόλη τη διάρ­κεια του έτους), το μοσχαρίσιο κρέας είναι μάλλον επιβαρυ­μένο και κακής ποιότητας. Αντίθετα, το αιγοπρόβειο κρέας και κάποιες εγχώριες φυλές βοοειδών προέρχονται στην πλειοψηφία τους από κοπάδια ζώων που βόσκουν τον περισσό­τερο χρόνο ελεύθερα σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, εκμε­ταλλευόμενα πλήρως την πλούσια ελληνική χλωρίδα.

Στο αιγοπρόβειο κρέας είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αφού σύμφωνα με στοιχεία για το 2009 η Ελλάδα διαθέτει περίπου 8,9 εκατ. πρόβατα και 4,8 εκατ. κατσίκια, δηλαδή αντιστοι­χούν περίπου ένα πρόβατο και μισή κατσίκα για κάθε Έλ­ληνα.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνοτροφών, κ. Δημήτρη Καμπούρη, «Σε ένα με δύο χρόνια, μπορούμε να έχουμε 20 εκατ. αιγοπρόβατα. Αυτό για την Οι­κονομία σημαίνει διπλάσια παραγωγή κρέατος και γάλα­κτος, μείωση των εισαγωγών, αύξηση των εξαγωγών και αύ­ξηση των θέσεων εργασίας. Η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να γίνει με ελάχιστα οικονομικά κίνητρα. Τα αρνιά και τα κατσίκια πωλούνται κυρίως το Πάσχα. Αν για μία- δύο χρονιές δεν δώσουμε τα θηλυκά στους εμπόρους, τότε τα ζώα θα διπλασιαστούν».

Σημαντικός τομέας είναι και η πτηνοτροφία, στην οποία είμαστε αυτάρκεις κατά 85% στο κρέας και κατά 91% στα αυγά. Ιδιαίτερα για τα αυγά, υπάρχει τόση παραγωγή, ώστε το 2011 οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά. 2134%.

dimokratia.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Κοινοποίησε αυτό το άρθρο